ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ >

Στην Αντίσταση ήταν όλα σχεδόν τα Σούρμενα

Στην Αντίσταση ήταν όλα σχεδόν τα Σούρμενα αναφέρουν από την sinergasia.gr, και εμείς πρέπει να προσθέσουμε ότι και ο Βόσπορος είχε πολλούς αριστερούς, καθώς επίσης, όπως αναφέρεται και στην
συνέντευξη του Χαραλάμπη Καπασακαλίδη, στον Βόσπορο, μέσα στο τέως αεροδρόμιο του Ελληνικού, από τις βόμβες δεν έμεινε τίποτα όρθιο.

Φαίνεται ότι ήταν το ''πεπρωμένο'', ώστε έπειτα από τους βομβαρισμούς  στον Βόσπορο Ελληνικού - Γλυφάδας το 41 - 43, οι κάτοικοι να ξαναχτίσουν τον συνοικισμό τους, έπειτα από δεκαετίες να τον απαλλοτριώσει η πολιτεία , και στη συνέχεια αντί να δικαιώσει τους πολλούς να τον χαρίσει στον όμιλο Λάτση. 

ΑΠΟΨΕΙΣ > Χρονοντούλαπο 28 Οκτωβρίου 2017

Ως μια μικρή απόδοση τιμών στην νεολαία του Ελληνικού που πήρε σύσσωμη μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ η ιστοσελίδα sinergasia.gr  δημοσίευσε ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου μικρό απόσπασμα από συνέντευξη του Χαραλάμπη Καπασακαλίδη που πήρε η Ελίζα Γιαννακαρώνη δώδεκα χρόνια πριν περίπου. Ο Χ.Καπασακαλίδης γεννήθηκε το 1923 και ήταν παιδί μιας από τις πρώτες οικογένειες προσφύγων που κατοίκησαν στα Σούρμενα. Πέθανε το 2005.

Xειμώνας '41-42

Τέλος του 1941, όταν έχει ήδη ξεσπάσει στην Αθήνα η μεγάλη πείνα, η οικογένεια του Χαραλάμπη Καπασακαλίδη αποφασίζει να πάει στα Καϊλάρια (Πτολεμαΐδα) για να σωθούν. "Εγώ, η μάνα μου, η Μαρία, η Κούλα, η Πόπη (τα τρία μικρά παιδιά της οικογένειας) και ο θείος ο Λεωνίδας ξεκινήσαμε με το τραίνο για την Πτολεμαΐδα".

Μετά από πολλές περιπέτειες και αναποδιές μέσα στο βαρύ χειμώνα, καταφέρνει μόνος του να φτάσει στους συγγενείς του και να κανονίσει τον ερχομό και των άλλων που τους είχε χάσει στο σταθμό της Λαμίας και τους βρήκε ξανά στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έκατσαν ένα χρόνο ακριβώς, αφού ήρθε και ο πατέρας του και η οικογένεια του θείου.

τις 2 Ιανουαρίου του '43 ήρθαμε πάλι πίσω στην Αθήνα. Τότε ήταν που μπλέχτηκα στην αντίσταση. Από τότε που ήμουν στην Πτολεμαΐδα θα έφευγα στο βουνό, στο Βέρμιο, αλλά ο ξάδερφος μου ο Νίκος μου είπε: "Χαραλάμπη μην έρχεσαι, είναι ακόμη νωρίς". Στην Αντίσταση ήταν όλα σχεδόν τα Σούρμενα. Η δική μου οργάνωση ήταν στον Υμηττό. Τα Σούρμενα έκαναν κουμάντο".

Τα Σούρμενα ερημώνουν μετά από ένα φοβερό βομβαρδισμό που πραγματοποιούν εγγλέζικα αεροπλάνα.

"Μια Κυριακή ήμασταν στη θάλασσα. Αμέτρητα εγγλέζικα αεροπλάνα εμφανίστηκαν και άρχισαν να βομβαρδίζουν το αεροδρόμιο και τα Σούρμενα. Θυμάμαι ότι μετά από αυτό, υπήρχαν τεράστιες τρύπες δίπλα στο σπίτι μας. Σκοτώθηκαν πολλοί μέσα στο αεροδρόμιο και Γερμανοί. Ο αδελφός μου ο Γιώργος που δούλευε τότε εκεί, γλίτωσε πέφτοντας κάτω από ένα τραπέζι. Τότε οι Σουρμενιώτες πήραν απόφαση να φύγουν και να πάνε όπου βρουν σπίτι. Να επιτάξουν, όπως λέγαμε. Αν δηλαδή υπήρχε ένα άδειο σπίτι, το έπαιρνες και δε πλήρωνες νοίκι. Εμείς πήγαμε στην Αγία Παρασκευή στη Νέα Σμύρνη, άλλοι στο Κατσιπόδι (Αη Γιάννης), άλλοι στον Υμηττό και αλλού".

Τα μπουντρούμια

'Έκείνη την περίοδο(1943), έπιασα δουλειά στου Μαλτσινιώτη. Κονταίναμε παντελόνια για μεροκάματο. Αλλά μια μέρα, μια γυναίκα, φιλενάδα του Γερμανού, που δούλευε εκεί μέσα, με νευρίασε και της είπα: Πρόσεξε καλά, μη μου μιλάς έτσι, γιατί απέξω ο ΕΛΑΣ θα σε κανονίσει. Και αυτή πάει και λέει στο Γερμανό ότι την απείλησα να τη σκοτώσω. Με φωνάζει ο γερμανός, ο αστυνομικός, μέσα στο εργοστάσιο και με ρωτά: "Του καπουτ φράου;". Του λέω: "όχι" και μου δίνει μια γροθιά και μου σπάει το δόντι.

Μετά με κλείνει σε ένα μπουντρούμι και με πάνε στη Γκεστάπο, όχι όμως στα κεντρικά στην Κοραή. Εκεί ένας αξιωματικός με ρώτησε γιατί την απείλησα και εγώ του είπα πως όλα ήταν ψέματα. Τότε ο διερμηνέας με συμβούλεψε να πω την αλήθεια για να γλιτώσω. "Τι αλήθεια, δεν ξέρω τίποτα" του είπα.

Και έτσι από εκεί με πήγαν στη Μέρλιν, απέναντι από τα ανθοπωλεία "στα βασανιστήρια του λαού". Κάποια στιγμή ήρθε ένας συνταγματάρχης με τη νεκροκεφαλή στο καπέλο και μια γυναίκα, μαζί και ο διερμηνέας. "Του κομμουνίστ;" με ρωτά. "Νιξ" του κάνω. Μπαμ, μπουμ άρχισε να με βαρά ένας φαντάρος με το βούρδουλα. Όταν έλεγα "όχι δεν ξέρω", εκείνος διέταζε "ριχτού". Μου είχαν μελανιάσει όλη την πλάτη".

Και όλα αυτά γίνονταν, ενώ η οικογένεια του δεν γνωρίζει ούτε τι έχει πάθει ούτε που βρίσκεται.

"Της μάνας μου της έλεγαν ψέματα ότι είμαι στην Γκεστάπο και της ζητούσαν χρήματα τάχα για να με βγάλουν" τονίζει ο κ. Καπασακαλίδης και συνεχίζει. "Αφού λοιπόν έφαγα αρκετές, μου δίνει μια κλωτσιά και πήρα πέντε - έξι τούμπες στις μαρμάρινες σκάλες".

Το παιδί με το κοντό παντελόνι και το πουκάμισο μέσα σε λίγες ώρες από το εργοστάσιο όπου δούλευε, βρέθηκε στα υπόγεια της οδού Μέρλιν.

"Μέσα ήταν γεμάτο. Βογκούσαν. Πλησιάζω ένα παιδί, θυμάμαι, και του λέω "τι έγινε, να σε βοηθήσω;" Τον είχαν κρεμάσει από τα χέρια και είχαν γυρίσει ανάποδα".

Το βράδυ μεταφέρεται μαζί με όλους τους άλλους στο φοβερό στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.

"Ήταν τέλος Μαΐου, μετά την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή. Εκεί χώριζαν τους κρατούμενους βάζοντας άλλους στην αυστηρά απομόνωση, όπως τον έβαλαν τον Οικονομίδη, αυτόν που τραγουδούσε. Εμένα και κάποιους άλλους μας έβαλαν σε ένα υπόγειο, όλους μαζί εκατό, και άλλους τους έβαλαν στο στρατόπεδο. Κάθε πρωί πηγαίναμε να πάρουμε τσάι και μετά μας βάζανε στη σειρά να τραγουδάμε: "Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα της άνοιξης καμάρι" ... κάτι τέτοια πράγματα, υποχρεωτικά. Και βγαίναμε έξω και τι κάναμε; Μαζεύαμε πετραδάκια και αν δεν έσκυβες να μαζέψεις, ερχόταν ο Γερμανός από πάνω και σε βάραγε με το βούρδουλα. Στο Χαϊδάρι έμεινα τρεισήμισι μήνες, χωρίς να μάθει κανείς δικός μου που βρισκόμουν όλο αυτό τον καιρό και ενώ οι Γερμανοί πραγματοποιούν συνεχώς εκτελέσεις. Την προτελευταία μέρα, πήραν εβδομήντα από τα κελιά μας και τους εκτέλεσαν. Τη γλίτωσα παρά τρίχα. Όλοι ήμασταν μελλοθάνατοι".

Φτάνει η μέρα της απελευθέρωσης του.

"Άρχισαν κάθε μέρα να φωνάζουν έναν κατάλογο με ονόματα. "Τα ρούχα σας και έξω". Κάποια στιγμή είχαμε μείνει λίγοι. Και ήρθε και η σειρά μου: "Καπασακαλίδης". Και παίρνω ένα δρόμο και φεύγω από την Αγία Βαρβάρα και πήγα θυμάμαι, στον Γιώργο (στον αδελφό του) που δούλευε στην οδό Σωκράτους. Μόλις με είδε....".

Σταματά βγάζοντας ένα πνιχτό γέλιο. Δεν ήταν και λίγο να αντικρίζει τον αδελφό του, του οποίου την τύχη αγνοούσαν οι πάντες. Μετά είδε τη μάνα του.

"Θυμάμαι πως η μάνα μου τότε μου είπε: "Μην τυχόν πειράξεις αυτή τη γυναίκα". Η γυναίκα αυτή δεν ήταν άλλη από εκείνη που με είχε καταδώσει στο Γερμανό αστυνομικό. Μια μέρα λοιπόν, ο Ξενοφών ο Συμβουλίδης, παιδικός φίλος και σύντροφος, μου λέει: "Πάμε να τη βρούμε". Έμενε στη Γούβα. Χτυπάμε την πόρτα, ήταν μια αυλή και αυτή έπλενε στη σκάφη. Της λέει ο Ξενοφών: "Άντε, ετοιμάσου". Να και έρχεται ένα παιδάκι πέντε-έξι χρονών. "Μανούλα μου, μανούλα μου", άρχισε να κλαίει. Της λέω λοιπόν τότε: "Τόσο καιρό η μάνα μου δεν ήξερε που ήμουν, αλλά και από αυτή τη μάνα άκουσα να μη σε πειράξω. Ζήσε λοιπόν!"
  • Blogger Comments
  • Facebook Comments

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Item Reviewed: Στην Αντίσταση ήταν όλα σχεδόν τα Σούρμενα Rating: 5 Reviewed By: Γιάννης Κουρδομένος